«Κοιμήσου Μέδουσα» 


(ένα ποίημα του Κυριάκου Σαχπαζίδη, μαθητού της Γ΄ τάξης)

 

Έφυγε μια βάρκα από την ζωή σου

Που σου άλλαξε και την παραβολή σου

Μόνη, έλεγες, πως θα τα βγάλεις πέρα

Μα τώρα για την βάρκα ούτε μια σκέψη πέρα

Ξέχασες της ζωής σου όλες τις νύχτες

Που γέλαγες και έκλαιγες, τις παλιές σου νύχτες

Πέρασαν πια τώρα τα λαθραία αυτά τα χρόνια

Και τώρα μόνη έμεινες με τούτα ‘δω τα λόγια:

«Έφυγε μια βάρκα απ’ την ζωή μου

Απέραντη η απογοήτευσή μου

Πέρασαν της ζωής μου αυτά τα λόγια

Και τώρα δεν θα μείνεις για τ’ άλλα χρόνια…»

Ανάθεμα την ώρα που εγνώρισες αυτόνα

Κατέστρεψες κι εσένα μα και τον αλαζόνα

Ζωή απερίσκεπτη για χρόνια κάνεις τώρα

Σε εφάγαν από μέσα, ψυχής όλα τα δώρα

Έφυγε μια βάρκα απ’ την ζωή σου

Που πήρε μαζί της την όλη δύναμή σου

Μόνη, έλεγες, πως θα τα βγάλεις πέρα

Θα άλλαζες την γνώμη όμως, μία μέρα

Τούτη η μέρα ήλθε, εσύ καταλαβαίνεις

Ο πόνος δεν περνά, εσύ αργά πεθαίνεις

Τα χείλη σου τα σφίγγεις, σάμπως τα κλειδώνεις

Μην πεις ούτε μια σκέψη, τον εαυτό σου μην πληγώνεις

Την γλώσσα σου κατάπιες, δυό μήνες δεν μιλάς

Στην πτώχεια ‘συ μου πνίγηκες, δεν θέλεις πια να φας

Και βλέπω πια τα μάτια σου και δεν καταλαβαίνω

Γιατί αυτά εβλέποντας ο ίδιος εγώ πεθαίνω

Ανάθεμα την ώρα που αγάπησες εκείνον

Ανάθεμα την βάρκα που μετέφερε εκείνον

Ανάθεμα τη αγάπη που είχες ‘συ μ’ εκείνον

Ανάθεμα την θάλασσα που πήρ’ αυτή εκείνον

Μια Μέδουσα ‘συ έγινες, με βλέμμα μαγεμένο

Μόνο που σε κατέστρεψε αυτό το πεπρωμένο

Την λύπη σου να δεις ήθελες, τα λάθη τα μοιραία

Και την ψυχή σου πέτρινη την έκανες τυχαία

Τους ναύτες τους κυνήγησες, ψάχνοντας αυτόνα

Κι όσους δεν λυπήθηκες, έστειλες στον Ποσειδώνα

Μια μέρα που ξεχάστηκες, πόσο ήσουν ωραία

Έκανες μία κίνηση, σε κατέστρεψες τυχαία

Μόλις καθρέπτη κοίταξες, τα μάτια σου τα είδες

Και τώρα μαζί με την ψυχή, το σώμα πέτρινο είδες

Κάπως έτσι ‘συ ξέχασες την βάρκα καταραμένη

Μα η ίδια σου ξεχάστηκες, απ’ την ζωή βγαλμένη

Ανάθεμα την ώρα που γνώρισες τον ναύτη

Μέδουσα μυθική, μύθος του Αργοναύτη

Τυχαία καταστράφηκες, δύο φορές τυχαία

Σε άλλον κόσμο στράφηκες, ας είσαι ‘κει ωραία

 

Σημείωμα προς τον αναγνώστη

Αξιότιμε αναγνώστη, όποιος κι αν είσαι… Θέλω να γνωρίζεις ότι δεν είμαι πραγματικά ποιητής, ή τουλάχιστον δεν νιώθω σαν ένας. Είμαι συνθέτης – γράφω μουσική, γράφω συναισθήματα. Θα έλεγε κανείς ότι δεν τα δημιουργώ εγώ αυτά, δεν είμαι ο «εφευρέτης» των συναισθημάτων αυτών. Είμαι μονάχα αυτός που τα υπενθυμίζει, τρομοκρατούμενος με την ιδέα ότι υπάρχει το ενδεχόμενο αυτά να ξεχαστούν εντελώς μια μέρα. Προσπαθώ μάλιστα να δίνω στα ποιήματά μου διπλές ερμηνείες, πολλά νοήματα, έτσι ώστε όποιος κι αν τα διαβάσει, θα έχει την δυνατότητα να συσχετίσει τον εαυτό του με τα λεγόμενα. Επιπλέον θεωρώ την παρομοίωση του εαυτού μου με έναν απλό κι επίμονο παρατηρητή, πολύ πιο πετυχημένη. Η έμπνευσή μου δεν είναι τίποτε παρά μια παρατήρηση. Παρατηρώ όλα όσα μου δόθηκαν από την φύση για να παρατηρηθούν – οι άνθρωποι, οι σχέσεις, τα αισθήματα, οι σκέψεις. Δεν μπορώ ούτε ο ίδιος να φανταστώ, πόσες πληροφορίες δεχόμαστε από το τριγύρω μας περιβάλλον, τις δυνατότητες που μας προσφέρονται καθημερινά να δημιουργήσουμε – να νιώσουμε. Προς μεγάλη μου δυστυχία, πολλοί δεν το καταλαβαίνουν αυτό. Γιατί είναι μεγάλο κακό να μεγαλώνει μια κοινωνία χωρίς συναίσθημα, χωρίς ιδέα, νοοτροπία, χωρίς να ξέρει να παρατηρεί. Είναι μεγάλος πόνος για κάποιον να μην «ξέρει» κι ακόμα μεγαλύτερος ο πόνος του να μην θέλει να «ξέρει».